"Τόσο ψηλά κι όμως τόσο κοντά..."

2021-02-10

Κείμενο: Κορνηλία Μαυρομάτη 


Και να 'μαι πάλι εδώ. Να χαζεύω τη θέα της πόλης από ψηλά.

Μου αρέσει να έρχομαι εδώ τις νύχτες. 

Μου αρέσει η ησυχία.

Μου αρέσει να νιώθω πως είμαι μόνος,ολομόναχος εγώ κι οι σκέψεις μου.

Γιατί επιλέγω αυτό το μέρος θα αναρωτηθείς...

Γιατί μοιάζουν όλα τόσο μακρινά.

Για λίγο δεν τα νιώθω να με πνίγουν.

Δεν ξέρω γιατί σε έφερα εδώ.

Όπως σου είπα συνηθίζω να έρχομαι μόνος.

Προτιμώ την ησυχία μου.

Κάτι άλλαξε όμως απόψε. 

Βλέποντας το θαυμασμό σου καθώς χαζεύεις τα φώτα μέσα στο σκοτάδι η θέα μοιάζει ακόμη πιο ελκυστική.

Παρομοιάζεις τα φώτα με αστέρια και αν και στην αρχή μου φάνηκε αστείο αρχίζω να παραδέχομαι πως ίσως και να έχεις δίκιο τελικά.

Δεν έχω μάθει να μοιράζομαι ,δεν έχω μάθει να αφήνομαι κι εσύ μοιάζεις τόσο να διψάς για ζωή.

Μαγεύεσαι με κάθε τι μικρό, κάθε τι απλό.

Με τρομάζει ο ενθουσιασμός σου. 

Εγώ διστάζω να θαυμάσω, ότι θαύμαζα μου το έκλεβαν. 

Κι εγώ ανήμπορος να αμυνθώ το άφηνα να φύγει. 

Το άφηνα να φύγει από γύρω μου μα το κρατούσα μέσα μου. 

Πολλά κρατούσα μέσα μου. Και ξαφνικά ήρθες εσύ...

Εσύ που τα προκαλείς όλα να ξεχειλίζουν σαν χείμαρρος και πίστεψε με!

Κρατιέμαι τόσο πολύ να μην αφήσω το "νερό "αυτό να τρέξει με ορμή.

Δεν έχω μάθει να μοιράζομαι, δεν έχω βρει τα λόγια να περιγράψω καν τι μου συμβαίνει. 

Κι εσύ...Εσύ τα κάνεις όλα να μοιάζουν τόσο εύκολα, τόσο απόλυτα τετραγωνισμένα τονίζοντας μου πως ως εδώ ήταν. 

Κάποιος κάπου κάποτε πρέπει να με καταλάβει.

Κι εκεί που σου μιλάω, σου αναλύω, σου εκμυστηρεύομαι οτιδήποτε σημαντικό κι ασήμαντο για μένα...

Εκεί συνειδητοποιώ πως γνωρίζω τόσο λίγα για σένα. Κι εκεί σταματώ.

Όχι γιατί δεν θέλω να μοιραστώ. Είναι που φοβάμαι πως έχεις δίκιο. 

Έχω μάθει να αγαπώ κάθε τι που ανήκει στο παρελθόν.

Νιώθω οικεία με όλα όσα ζητάς να αφήσω πίσω.

Εκείνα ξέρω να τα διαχειριστώ. 

Εκεί όσο μόνος κι αν αισθάνομαι δεν νιώθω τα πόδια μου να τρέμουν. 

Όση ώρα σε ακούω να μιλάς αρχίζω να αισθάνομαι τον θυμό σου. 

Τον γλυκό εκείνο θυμό που φωνάζει "φτάνει πια, άρχισε να διεκδικείς ότι αξίζεις!".

Όλοι πάντοτε κάτι ζητούσαν. Κάτι ήθελαν, κάτι έπαιρναν, κάτι άφηναν. 

Και συνήθως με όλα αυτά τα κάτι με πονούσαν.

Όσο σου μιλάω ο πόνος μοιάζει να γλυκαίνει. 

Όσο μου λες να αρχίσω να με αγκαλιάζω, να με αγαπώ τόσο θυμάμαι όσα βήματα έχω κάνει όλα αυτά τα χρόνια.

Και ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι αρχίζω ξανά να χαζεύω τα ίδια φώτα που έχω περάσει άφθονες ώρες παρατηρώντας τα.

"Τόσο ψηλά κι όμως τόσο κοντά " σου ψιθυρίζω καθώς σου κρατάω το χέρι και στο σφίγγω ακόμη πιο πολύ.

Τόσο ψηλά κι όμως τόσο κοντά.

Όσο κι αν προσπαθούσα να με πείσω ότι προχωράω, όσα κι αν έχω κάνει...

Σε μια στιγμή βλέπω πόσο κοντά τους με κρατούν όλα όσα θέλω να τρέξω μακριά τους.

Δεν ξέρω τίποτα για σένα, ούτε από πόσα ήθελες εσύ κάποτε να ξεφύγεις. 

Μα τι μπορώ εγώ να σου χαρίσω,ένας δειλός που φοβάται να κάνει ένα βήμα παραπέρα. 

Μόνο την αγκαλιά μου έχω να σου δώσω. 

Κι αυτή σταδιακά. Βλέπεις φοβάμαι να μείνω.

Μα δεν θέλω και να φύγω. 

Κι από την άλλη, εσένα σου μοιάζει πιο εύκολο να φεύγεις πάρα να μένεις κάπου για πολύ.

Νιώθω πως όταν θα είμαι έτοιμος και θα σου έχω φτιάξει χώρο για να μείνεις εσύ θα τρέξεις μακριά.

Και τότε; Τι θα γίνει τότε; Ζητάς να τα αφήσω όλα πίσω. 

Αν τα αφήσω όλα πίσω μέσα στα καινούργια που θα έρθουν θα χωρέσω κι εσένα.

Κι αν φύγεις πάλι κάτι θα είναι άδειο.

Αξίζει το Ρίσκο; Αξίζει η αναμονή; 

Αξίζουν όλες αυτές οι αλλαγές;

Γιατί έχεις τόση υπομονή μαζί μου όταν δεν έχεις τίποτα να πάρεις από εμένα.

Να το! Πάλι κάτι αλλάζει.

Τώρα είμαι κοντά σου και ταυτόχρονα μίλια μακριά σου κι όταν είμαι μακριά σου νιώθω τόσο πολύ κοντά σου. 

Μπερδεμένες οι σκέψεις μου. 

Ναι και τα λόγια μου, έχεις δίκιο.

Δεν με κοίταξε κανείς στα μάτια μέχρι τώρα και δε σου κρύβω κάθε φορά που με κοιτάζεις εσύ είναι σαν να με κοιτάζουν όλα γύρω μαζεμένα. 

Σε ζηλεύω που και που, δε το κρύβω. 

Σε ζηλεύω που τα βλέπεις όλα εύκολα. 

Από την άλλη, ίσως όσο εύκολα τα βλέπεις τώρα τόσο δύσκολα να σου ήταν όλα πριν συναντηθούμε. 

Τόσο κοντά στο να γίνεις όλα εσύ, τόσο μακριά στο να τολμήσω.

Τόσο ψηλά στη κορυφή να την χαρώ, να ανταμειφθώ για όσα έχω παλέψει και τόσο κοντά να με κρατούν όλα πίσω.

Κι εγώ στη μέση σε όλους και σε όλα. 

Σε αναμνήσεις, ανθρώπους, γεγονότα. 

Τόσο κοντά σε μια σιωπή έτοιμη να μετατραπεί σε βροντή. 

Τόσο μακριά από ένα αύριο που έχω ονειρευτεί. 

Πώς μπορείς να λες με σιγουριά το τι αξίζω. Δεν ήσουν εκεί. 

Γιατί να σε πιστέψω;

Ήταν πολλοί που έδειχναν το αντίθετο από εσένα. 

Γιατί όλη αυτή η επιμονή;

Γιατί όλη αυτή η υπομονή;

Γιατί όλα αυτά τα αναπάντητα γιατί;

Κι εκεί με πιάνει ο εγωισμός. Γιατί εσύ κι όχι εγώ.

Γιατί να μοιάζω ανήμπορος κι εσύ η δυνατή;

Ή τελικά μήπως παραείμαι εγωιστής;

Συγχώρεσέ με δεν το θέλω.

Δεν ξέρω τι με πιάνει και μιλάω ώρες ώρες με οργή. Είναι που ακόμη δεν καταλαβαίνω.

Όλα αυτά γιατί;

Μια αγκαλιά μόνο έχω να σου προσφέρω, άντε και μια βόλτα, ένα χαμόγελο, μια ήρεμη στιγμή. 

Τελικά όντως... Μάλλον παραείμαι εγωιστής.

Κανείς δεν εκτιμά τα δεδομένα αν δεν έχει πρώτα από τις στάχτες του αναγεννηθεί.

Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, δεν ξέρω αν θα κάνω όσα για μένα ζητάς. 

Δεν ξέρω αν θα με αγαπήσω ποτέ τόσο πολύ. 

Φοβάμαι δε στο κρύβω. 

Μα παίρνω δύναμη από την τόση σιγουριά σου. 

Τόσο ψηλά κι όμως τόσο κοντά. Τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά. 

Ίσως αν ... Μπα! Όχι... Δεν θα οδηγήσει πουθενά. Λες ; 

Ίσως αν σε αγκαλιάσω άλλη μια φορά να μειώσω κάπως το μακριά και να σε φέρω πιο κοντά.

 Κι αν σε φιλήσω; Ακόμη πιο κοντά. 

Μα πάλι θα σε αφήσω να φύγεις κι εμένα ότι φεύγει με πονά. 

Κι αν σε αφήσω να φύγεις είναι γιατί νιώθω οικεία στάσιμος ανάμεσα στα ψηλά και στα χαμηλά. 

Τελικά είναι όλα παιχνίδια του μυαλού.

Στο μυαλό το μακριά, στο μυαλό και το κοντά.

Στο μυαλό το ψηλά, στο μυαλό και τα χαμηλά.

Δύσκολη ζυγαριά. Δύσκολη και μοιρασμένη άψογα συμμετρικά. 

Μα να σου πω ένα μυστικό;

Όσο οι μέρες περνούν αρχίζει να μη με νοιάζει.

Αρχίζω να τα πετάω όλα μόνος για να σταματήσουν να με φτάνουν εδώ πάνω.

Τώρα κατάλαβα γιατί χαμογελούσες σε μια θέα συνηθισμένη, καθημερινή.

Ήταν τόσο ξεχωριστή, μοναδική. 

Εγώ νόμιζα πως χάζευα μια πόλη άδεια και ψυχρή. 

Μια πόλη που με πνίγει, κάνει ώρες ώρες το μυαλό μου να εκραγεί.

Μια πόλη να με προτρέπει σε φυγή. 

Και τώρα πάλι εδώ χαζεύω την ίδια πόλη, την ίδια θέα που χάζευα με σένα μέσα από εσένα κι ας μην είσαι μαζί.

Είχες δίκιο πάλι. Δεν είναι κρύα φώτα. 

Αστέρια είναι που καθώς τα κοιτάζεις μοιράζουν μέσα στο σκοτάδι τις πιο ζεστές ευχές.

Κι όταν απλώνω τη σκέψη μου εκεί μοιάζει πια σαν να απλώνω το χέρι μου και να πιάνω άλλη μια ευχή. 

Τόσο ψηλά κι όμως τόσο κοντά. 

Να σου πω ένα μυστικό;

Τώρα το βλέπω, είναι όλα καθαρά.

Εγώ επιλέγω τι είναι ψηλά, τι χαμηλά. 

Τι κρατάω κοντά και τι διώχνω μακριά. 

Εγώ επιλέγω την δική μου οπτική.

Εκείνη που χωρίς να καταλάβεις μου χάρισες απλόχερα εσύ. 

Εσύ που μπερδεύεις το χρόνο και τη στιγμή.

Ξεγελάς τα γεγονότα και μπλέκεις τη ροή. 

Τώρα δεν ζηλεύω, δεν έχω εγωισμό. 

Θέλω να κερδίσω μόνο ότι έχω αφήσει όλο αυτό τον χρόνο να χαθεί. 

Έναν δρόμο ζητούσα και μου τον άνοιξες εσύ. 

Δεν με νοιάζει αν θα λείπεις ή αν θα είσαι εκεί. 

Εγώ απλά θα ακολουθήσω ελπίζοντας όταν σε φτάσω να θέλεις να μείνεις μαζί. 

Να μπορώ να σου χαρίσω όσα χαρίζεις απλόχερα εσύ. 

Τόσο ψηλά, κι όμως τόσο κοντά...

Ήρθε η ώρα να αφήσω πίσω όλα τα παλιά.

Να γευτώ τα καινούργια με βήματα γοργά. 

Γοργά μα ταυτόχρονα και σταθερά.


" Τα πάντα είναι συνδεδεμένα. Αν μπορούσες να αλλάξεις έστω κι ένα απειροελάχιστο μόριο του εαυτού σου, η αλλαγή θα επεκτανόταν σε όλο το Είναι σου, και το σύμπαν θα άλλαζε οριστικά. Αλλά, το να αλλάξεις αυτό το ελάχιστο μόριο στην ύπαρξη σου είναι σαν να καταπίνεις ωκεανούς ή να μετακινείς όρη στον κόσμo των συμβάντων"